daw
daw
ντο
/dˈɔː/

Ορισμός και σημασία του "daw"στα αγγλικά

01

καλιακούδα, κοράκι

common black-and-grey Eurasian bird noted for thievery
daw definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
daws
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store