dauntless
Pronunciation
/dˈɔːntləs/

Ορισμός και σημασία του "dauntless"στα αγγλικά

01

ατρόμητος, θαρραλέος

showing courage and determination
dauntless definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dauntless
συγκριτικός βαθμός
more dauntless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team 's dauntless effort led them to victory even when everyone else had written them off.
Η ατρόμητη προσπάθεια της ομάδας τους οδήγησε στη νίκη ακόμα και όταν όλοι οι άλλοι τους είχαν διαγράψει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store