dauntless
daunt
ˈdɔ:nt
dawnt
less
ləs
lēs

Ορισμός και σημασία του "dauntless"στα αγγλικά

01

ατρόμητος, θαρραλέος

showing courage and determination 
dauntless definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dauntless
συγκριτικός βαθμός
more dauntless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His dauntless spirit helped him climb the highest mountain. 

Το ατρόμητο πνεύμα του τον βοήθησε να ανέβει στο ψηλότερο βουνό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store