Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
data-based
01
βασισμένος σε δεδομένα, εξαρτώμενος από δεδομένα
relying on observation or experiment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most data-based
συγκριτικός βαθμός
more data-based
μη διαβαθμίσιμο



























