dastard
das
ˈdɑ:s
daas
tard
təd
tēd

Ορισμός και σημασία του "dastard"στα αγγλικά

01

δειλός, άθλιος

a despicable coward 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dastards
01

δειλός, άτιμος

lacking courage or integrity in one's actions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dastard
συγκριτικός βαθμός
more dastard
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
character, behavior, morality
Παραδείγματα
The dastard actions he took to sabotage his competitor's business revealed his lack of integrity. 

Οι δειλοί δράσεις που έκανε για να σαμποτάρει την επιχείρηση του ανταγωνιστή του αποκάλυψαν την έλλειψη ακεραιότητάς του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dastardly
dastard
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store