Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dastard
01
δειλός, άθλιος
a despicable coward
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dastards
dastard
01
δειλός, άτιμος
lacking courage or integrity in one's actions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dastard
συγκριτικός βαθμός
more dastard
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
character, behavior, morality
Παραδείγματα
The dastard actions he took to sabotage his competitor's business revealed his lack of integrity.
Οι δειλοί δράσεις που έκανε για να σαμποτάρει την επιχείρηση του ανταγωνιστή του αποκάλυψαν την έλλειψη ακεραιότητάς του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dastardly
dastard



























