dashing
da
ˈdæ
νται
shing
ʃɪng
σινγκ
lashingmashingsmashingslashing

Ορισμός και σημασία του "dashing"στα αγγλικά

01

γοητευτικός, κομψός

(typically of a man) attractive and confident, often implying charm and adventurousness 
dashing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dashing
συγκριτικός βαθμός
more dashing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, personality, behavior
Παραδείγματα
The dashing gentleman swept her off her feet with his charismatic smile and impeccable attire. 

Ο γοητευτικός κύριος την κέρδισε με το χαρισματικό του χαμόγελο και την άψογη ενδυμασία του.

02

κομψός, στυλάτος

(of clothing) stylish, fashionable, and elegant in appearance 
Παραδείγματα
A dashing new coat completed his winter outfit. 

Ένα νέο κομψό παλτό ολοκλήρωσε τη χειμερινή του ενδυμασία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dashingly
dashing
dash
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store