Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dassie
01
δασάν, υρακοειδές
any of several small ungulate mammals of Africa and Asia with rodent-like incisors and feet with hooflike toes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dassies
LanGeek



























