aldosterone
al
æl
āl
dos
ˈdɒs
dos
te
rone
rəʊn
rewn

Ορισμός και σημασία του "aldosterone"στα αγγλικά

01

αλδοστερόνη, ορμόνη που ρυθμίζει την ηλεκτρολυτική ισορροπία

a hormone produced by the adrenal glands that regulates electrolyte balance and fluid levels in the body 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
aldosterones

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

aldosteronism
aldosterone
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store