Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dark-haired
01
μαυρομάλλης, σκοτεινός μαλλιά
having dark-colored hair
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dark-haired
συγκριτικός βαθμός
more dark-haired
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dark-haired woman stood by the window.
Η μαυρομάλλα γυναίκα στεκόταν δίπλα στο παράθυρο.
02
μαυρομάλλης, με σκούρα μαλλιά
make less active or intense
03
μαυρίτριχος, καλυμμένος με σκούρα τρίχα
covered with dark hair



























