Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dandy
01
εξαιρετικός, υπέροχος
excellent in quality or condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
dandiest
συγκριτικός βαθμός
dandier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The hotel room was dandy, with a comfortable bed and a stunning view of the city skyline.
Το δωμάτιο του ξενοδοχείου ήταν υπέροχο, με ένα άνετο κρεβάτι και μια εντυπωσιακή θέα στον ορίζοντα της πόλης.
Dandy
01
ένα ιστιοφόρο με δύο κατάρτια· ένα μικρό μπισάνι βρίσκεται πίσω από τον πηδάλιο, ένας ντάντυ
a sailing vessel with two masts; a small mizzen is aft of the rudderpost
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dandies
02
νταντι, άντρας που νοιάζεται πολύ για το ντύσιμο και την εμφάνισή του
a man who is much concerned with his dress and appearance
Λεξικό Δέντρο
dandily
dandyish
dandy
dand



























