Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dance
01
χορεύω
to move the body to music in a special way
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
dance
γ΄ ενικό πρόσωπο
dances
ενεστώτα μετοχή
dancing
απλός αόριστος
danced
παθητική μετοχή
danced
Παραδείγματα
During the carnival, everyone were dancing in the streets.
Κατά τη διάρκεια του καρναβαλιού, όλοι χόρευαν στους δρόμους.
02
χορεύω, παίζω
to move with energy and enthusiasm
Intransitive
Παραδείγματα
She danced across the room, her feet light and quick with every step.
Χόρεψε** σε όλο το δωμάτιο, τα πόδια της ελαφριά και γρήγορα με κάθε βήμα.
03
χορεύω, πετώ
to move up and down in a light, rapid manner
Intransitive
Παραδείγματα
The lights seemed to dance in the air as they flickered on and off.
Τα φώτα φαίνονταν να χορεύουν στον αέρα καθώς αναβοσβήναν.
Dance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dances
Παραδείγματα
Learning a new dance can be challenging but fun.
Η εκμάθηση ενός νέου χορού μπορεί να είναι προκλητική αλλά διασκεδαστική.
02
χορός
an artistic form of nonverbal communication
03
χορός, πάρτι χορού
a party of people assembled for dancing
04
χορός, πάρτι χορού
a party for social dancing
05
χορός
the art of dancing, particularly for the sake of entertainment
Λεξικό Δέντρο
dancer
dancing
dance



























