damson
dam
ˈdæm
dām
son
zən
zēn
damondawson

Ορισμός και σημασία του "damson"στα αγγλικά

01

δαμασκηνό δαμάσκηνο, μικρό σκούρο μωβ φρούτο που μεγαλώνει σε ασιατική δαμασκηνιά

a small dark purple fruit growing on an Asian plum tree 
damson definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
damsons
Παραδείγματα
My grandmother makes the most amazing damson jam every summer. 

Η γιαγιά μου φτιάχνει την πιο εκπληκτική μαρμελάδα δαμάσκηνου κάθε καλοκαίρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store