Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Damoiselle
01
νύμφη
a young unmarried woman
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
damoiselles
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
νύμφη