Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dam
01
φράγμα, ανάχωμα
a huge wall built to keep water from entering an area or to contain and use it as a power source to produce electricity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dams
Παραδείγματα
Heavy rains put pressure on the dam ’s structure.
Οι ισχυρές βροχές ασκούν πίεση στη δομή του φράγματος.
02
μητέρα, γεννήτρια
female parent of an animal especially domestic livestock
03
δεκάμετρο, φράγμα
a metric unit of length equal to ten meters
to dam
01
φράζω, αντιστέκομαι
obstruct with, or as if with, a dam
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dam
γ΄ ενικό πρόσωπο
dams
ενεστώτα μετοχή
damming
απλός αόριστος
dammed
παθητική μετοχή
dammed



























