dairy
dai
ˈdeə
de
ry
ri
ri
diarydailydaisy

Ορισμός και σημασία του "dairy"στα αγγλικά

01

γαλακτοκομικά προϊόντα, γλακτώματα

milk and milk products that are produced by mammals such as cows, goats, and sheep collectively 
dairy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She avoids dairy because she's lactose intolerant. 

Αποφεύγει τα γαλακτοκομικά προϊόντα επειδή είναι δυσανεκτική στη λακτόζη.

02

γαλακτοκομείο, αγρόκτημα γάλακτος

a farm where milk and related products are produced 
Παραδείγματα
The dairy is near our village. 

Το γαλακτοκομείο είναι κοντά στο χωριό μας.

01

γαλακτοκομικός, σχετικός με γαλακτοκομικά προϊόντα

related to the production of milk or milk products 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The farm specializes in dairy farming. 

Η φάρμα ειδικεύεται στην γαλακτοκομική κτηνοτροφία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store