alcohol-dependent
al
ˌæl
āl
co
hol
hɒl
hol
de
di
pen
ˈpɛn
pen
dent
dənt
dēnt

Ορισμός και σημασία του "alcohol-dependent"στα αγγλικά

alcohol-dependent
01

εθισμένος στο αλκοόλ, αλκοολικός

addicted to alcohol 
alcohol-dependent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most alcohol-dependent
συγκριτικός βαθμός
more alcohol-dependent
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, addiction, behavior

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store