dacelo
Pronunciation
/dæsˈiːloʊ/

Ορισμός και σημασία του "dacelo"στα αγγλικά

01

Αυστραλασιακός αλκυόνας, Αυστραλασιακός ψαράς

Australasian kingfishers
dacelo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dacelos
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store