Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cypress
01
κυπαρίσσι, κοινό κυπαρίσσι
a type of evergreen conifer tree with small rounded woody cones
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cypresses
Παραδείγματα
The scent of cypress filled the air in the park.
Η μυρωδιά της κυπαρίσσου γέμιζε τον αέρα στο πάρκο.
02
κυπαρίσσι, ξύλο κυπαρισσιού
wood of any of various cypress trees especially of the genus Cupressus



























