Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cyclic
01
κυκλικός, περιοδικός
happening in a series of recurring cycles or patterns that are regularly repeated over time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cyclic nature of the seasons brings predictable changes in weather each year.
Η κυκλική φύση των εποχών φέρνει προβλέψιμες αλλαγές στον καιρό κάθε χρόνο.
02
κυκλικός, δακτυλιοειδής
of a compound having atoms arranged in a ring structure
03
κυκλικός, που σχηματίζει σπείρα ή έχει μέτα ταξινομημένα σε σπείρα
forming a whorl or having parts arranged in a whorl
04
κυκλικός, σύμφωνος με τον κύκλο Carnot
conforming to the Carnot cycle
05
κυκλικός
marked by repeated cycles
Λεξικό Δέντρο
bicyclic
cyclical
noncyclic
cyclic
cycle



























