cutthroat
cut
ˈkʌt
κατ
throat
θrəʊt
θρεουτ

Ορισμός και σημασία του "cutthroat"στα αγγλικά

01

λαιμοκόπος, σφαγέας

someone who murders by cutting the victim's throat 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cutthroats
01

αδίστακτος, ανελέητος

ruthless in competition 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cutthroat
συγκριτικός βαθμός
more cutthroat
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
competition, behavior, business
02

αδίστακτος, ανελέητος

having a competitive and aggressive style of play in card games 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store