Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cutthroat
01
λαιμοκόπος, σφαγέας
someone who murders by cutting the victim's throat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cutthroats
cutthroat
01
αδίστακτος, ανελέητος
ruthless in competition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cutthroat
συγκριτικός βαθμός
more cutthroat
διαβαθμίσιμο
02
αδίστακτος, ανελέητος
having a competitive and aggressive style of play in card games



























