Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cutoff
01
συντομότερη διαδρομή, αποκοπή
a route shorter than the usual one
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cutoffs
02
βαλβίδα διακοπής, συσκευή διακοπής
a valve, gate, or device that is used to stop or control the flow of fluid or gas within a pipe or conduit
03
όριο, κατώφλι
a designated limit beyond which something cannot function or must be terminated



























