Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cute
01
χαριτωμένος, γοητευτικός
attractive and good-looking
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
cutest
συγκριτικός βαθμός
cuter
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The little girl 's cute giggle brightened everyone's day.
Το χαριτωμένο γέλιο του μικρού κοριτσιού φώτισε την ημέρα όλων.
02
χαριτωμένος, γοητευτικός
attractive especially by means of smallness or prettiness or quaintness
Λεξικό Δέντρο
cutely
cuteness
cute



























