cute
cute
kju:t
κγουτ
/kjuːt/

Ορισμός και σημασία του "cute"στα αγγλικά

01

χαριτωμένος, γοητευτικός

attractive and good-looking
cute definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
cutest
συγκριτικός βαθμός
cuter
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The little girl 's cute giggle brightened everyone's day.
Το χαριτωμένο γέλιο του μικρού κοριτσιού φώτισε την ημέρα όλων.
02

χαριτωμένος, γοητευτικός

attractive especially by means of smallness or prettiness or quaintness
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store