cutback
cut
ˈkʌt
kat
back
bæk
bāk

Ορισμός και σημασία του "cutback"στα αγγλικά

01

περικοπή, μείωση

the act of reducing the amount of something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cutbacks
Παραδείγματα
The company announced cutbacks in staff due to budget shortages. 

Η εταιρεία ανακοίνωσε περικοπές στο προσωπικό λόγω ελλείψεων προϋπολογισμού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store