Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cut across
01
διασχίζω, περνώ από
travel across or pass over
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
across
βασικό ρήμα
cut
ενεστώτας
cut across
γ΄ ενικό πρόσωπο
cuts across
ενεστώτα μετοχή
cutting across
απλός αόριστος
cut across
παθητική μετοχή
cut across
02
υπερβαίνω, ξεπεράσω
be contrary to ordinary procedure or limitations
03
κόβω διαγώνια, τεμαχίζω λοξά
cut using a diagonal line



























