Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
curly
01
σγουρός, κατσαράς
(of hair) having a spiral-like pattern
Παραδείγματα
The baby 's curly hair was adorable and attracted lots of attention.
Τα σγουρά μαλλιά του μωρού ήταν αξιολάτρευτα και τραβούσαν πολλή προσοχή.
Λεξικό Δέντρο
curliness
curly
curl



























