curly
cur
ˈkɜ:
ly
li
li
currycurvycurtly

Ορισμός και σημασία του "curly"στα αγγλικά

01

σγουρός, κατσαράς

(of hair) having a spiral-like pattern 
curly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
curliest
συγκριτικός βαθμός
curlier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
hair, texture, appearance
Παραδείγματα
Curly hair can be easy to manage with the right products and care. 

Τα σγουρά μαλλιά μπορούν να είναι εύκολα στη διαχείριση με τα σωστά προϊόντα και φροντίδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

curliness
curly
curl
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store