Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Curler
01
μπικουτί, σγουριστήρας μαλλιών
a small metal or plastic tube that wet hair is rolled around it in order to form curls
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
curlers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
curler
curl



























