curler
cur
ˈkɜ:
κερ
ler
λα
cutler

Ορισμός και σημασία του "curler"στα αγγλικά

01

μπικουτί, σγουριστήρας μαλλιών

a small metal or plastic tube that wet hair is rolled around it in order to form curls 
curler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
curlers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

curler
curl
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store