cumulation
cu
ˌkju:
kyoo
mu
mjʊ
myoo
la
ˈleɪ
lei
tion
ʃən
shēn

Ορισμός και σημασία του "cumulation"στα αγγλικά

01

συσσώρευση, στοίβαξη

a collection of objects laid on top of each other 
cumulation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cumulations

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cumulation
cumulate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store