culottes
cu
ˈkjʊ
κγου
lottes
lɑ:t
λατ
/kjˈʊlɒt/

Ορισμός και σημασία του "culottes"στα αγγλικά

01

ένα είδος γυναικείου παντελονιού μέχρι το γόνατο που μοιάζει με φούστα, με το ρούχο να χωρίζεται σε τμήματα για να δημιουργήσει μια φουσκωτή εμφάνιση

a type of women's knee-length pants that resemble a skirt, with the garment being split into sections to create a flared appearance
culottes definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
culottes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store