Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cuke
01
αγγούρι, αγουρίδι
cylindrical green fruit with thin green rind and white flesh eaten as a vegetable; related to melons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cukes
LanGeek



























