Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cub
01
νεογέννητο, μικρό ζώου
a young carnivorous mammal, such as a bear, lion, fox, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cubs
02
αγόρι, παιδί
a male child (a familiar term of address to a boy)
03
αρχάριος, αδέξιος νέος
an awkward and inexperienced youth
to cub
01
γεννώ μικρά, κάνω μικρά
give birth to cubs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cub
γ΄ ενικό πρόσωπο
cubs
ενεστώτα μετοχή
cubbing
απλός αόριστος
cubbed
παθητική μετοχή
cubbed



























