Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crystallographer
01
κρυσταλλογράφος, ειδικός στην κρυσταλλογραφία
a scientist who studies the structure and properties of crystals
Παραδείγματα
His work as a crystallographer revealed the detailed arrangement of atoms in the crystal.
Η δουλειά του ως κρυσταλλογράφου αποκάλυψε τη λεπτομερή διάταξη των ατόμων στον κρύσταλλο.



























