crushed
Pronunciation
/ˈkɹəʃt/

Ορισμός και σημασία του "crushed"στα αγγλικά

01

συμπιεσμένος, χωνεμένος

flattened or squeezed forcefully, often resulting in deformation
crushed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most crushed
συγκριτικός βαθμός
more crushed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The crushed cardboard box was no longer usable, its contents spilling out.
Το σπασμένο χαρτοκιβώτιο δεν ήταν πλέον χρησιμοποιήσιμο, τα περιεχόμενά του χύνονταν.
02

ξαναπωλημένος, επαναπωλημένος

sell (something) again after having bought it
03

συνθλιμμένος, κατεστραμμένος

subdued or brought low in condition or status

Λεξικό Δέντρο

crushed
crush
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store