crushed
crushed
krʌʃt
krasht
crusted

Ορισμός και σημασία του "crushed"στα αγγλικά

01

συμπιεσμένος, χωνεμένος

flattened or squeezed forcefully, often resulting in deformation 
crushed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most crushed
συγκριτικός βαθμός
more crushed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The crushed soda can lay discarded on the ground, its once cylindrical shape now flattened and crumpled. 

Το συντριμμένο κουτί σόδας βρισκόταν πεταμένο στο έδαφος, το κάποτε κυλινδρικό του σχήμα τώρα πεπλατυσμένο και τσαλακωμένο.

02

ξαναπωλημένος, επαναπωλημένος

sell (something) again after having bought it 
03

συνθλιμμένος, κατεστραμμένος

subdued or brought low in condition or status 

Λεξικό Δέντρο

crushed
crush
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store