Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
crushed
01
συμπιεσμένος, χωνεμένος
flattened or squeezed forcefully, often resulting in deformation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most crushed
συγκριτικός βαθμός
more crushed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The crushed cardboard box was no longer usable, its contents spilling out.
Το σπασμένο χαρτοκιβώτιο δεν ήταν πλέον χρησιμοποιήσιμο, τα περιεχόμενά του χύνονταν.
02
ξαναπωλημένος, επαναπωλημένος
sell (something) again after having bought it
03
συνθλιμμένος, κατεστραμμένος
subdued or brought low in condition or status
Λεξικό Δέντρο
crushed
crush



























