Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Croup
01
πυρήνας, πίσω μέρος
the part of an animal that corresponds to the human buttocks
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
croups
02
κρουπ, στριδώδης λαρυγγίτιδα
a common respiratory infection in children that causes swelling around the vocal cords



























