Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crosswalk
01
διαβάσεις πεζών, ζέβρα
a marked place where people walk across a street
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crosswalks
Παραδείγματα
The police officer reminded drivers to yield to pedestrians at the crosswalk.
Ο αστυνομικός υπενθύμισε στους οδηγούς να δίνουν προτεραιότητα στους πεζούς στη διαβάσεις πεζών.
Λεξικό Δέντρο
crosswalk
cross
walk



























