crossroad
cross
ˈkrɒs
kros
road
rəʊd
rewd
crosshead

Ορισμός και σημασία του "crossroad"στα αγγλικά

01

σταυροδρόμι, διέλευση

the place where a road is crossed by another 
crossroad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
crossroads
Παραδείγματα
The small village is located at the crossroad of two major highways. 

Το μικρό χωριό βρίσκεται στη διασταύρωση δύο μεγάλων αυτοκινητοδρόμων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

crossroad

cross

+

road

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store