Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cross off
[phrase form: cross]
01
διαγράφω, σβήνω
to mark an item or task on a list as completed or canceled by drawing a line through it
Παραδείγματα
In the digital era, people often use apps to cross off completed tasks for a sense of accomplishment.
Στην ψηφιακή εποχή, οι άνθρωποι χρησιμοποιούν συχνά εφαρμογές για να διαγράφουν τις ολοκληρωμένες εργασίες για μια αίσθηση επίτευξης.



























