Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cross off
[phrase form: cross]
01
διαγράφω, σβήνω
to mark an item or task on a list as completed or canceled by drawing a line through it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
cross
ενεστώτας
cross off
γ΄ ενικό πρόσωπο
crosses off
ενεστώτα μετοχή
crossing off
απλός αόριστος
crossed off
παθητική μετοχή
crossed off
Παραδείγματα
In the digital era, people often use apps to cross off completed tasks for a sense of accomplishment.
Στην ψηφιακή εποχή, οι άνθρωποι χρησιμοποιούν συχνά εφαρμογές για να διαγράφουν τις ολοκληρωμένες εργασίες για μια αίσθηση επίτευξης.



























