Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cross off
01
διαγράφω, σβήνω
to mark an item or task on a list as completed or canceled by drawing a line through it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
cross
ενεστώτας
cross off
γ΄ ενικό πρόσωπο
crosses off
ενεστώτα μετοχή
crossing off
απλός αόριστος
crossed off
παθητική μετοχή
crossed off
Παραδείγματα
After finishing each assignment, the diligent student would cross it off the to-do list.
Αφού ολοκλήρωνε κάθε εργασία, ο επιμελής μαθητής την διέγραψε από τη λίστα εργασιών.



























