cross-dresser
cross
krɒs
kros
dre
drɛ
dre
sser

Ορισμός και σημασία του "cross-dresser"στα αγγλικά

01

τραβεστί, άτομο που φορά ενδύματα που συνδέονται με μέλη διαφορετικού φύλου

a person who sometimes wears clothes associated with the members of a different gender 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cross-dressers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store