cross-dresser
Pronunciation
/kɹˈɔsdɹˈɛsɚ/

Ορισμός και σημασία του "cross-dresser"στα αγγλικά

01

τραβεστί, άτομο που φορά ενδύματα που συνδέονται με μέλη διαφορετικού φύλου

a person who sometimes wears clothes associated with the members of a different gender
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cross-dressers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store