Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cross-check
01
ελέγχω διασταυρωτικά, επιβεβαιώνω
to check the accuracy or validity of something by using alternative sources or methods
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cross-check
γ΄ ενικό πρόσωπο
cross-checks
ενεστώτα μετοχή
cross-checking
απλός αόριστος
cross-checked
παθητική μετοχή
cross-checked
Παραδείγματα
The quality control department cross-checked the product specifications before approval.
Το τμήμα ελέγχου ποιότητας διέσχισε έλεγξε τις προδιαγραφές του προϊόντος πριν από την έγκριση.
Cross-check
01
διασταύρωση ελέγχων, έλεγχος αλληλοεπιβεβαίωσης
an act of determining the accuracy or credibility of something by comparing it with various sources
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cross-checks
02
διασταύρωση ελέγχου, αντίστροφος έλεγχος
a tactical move in response to a check, where the checked player delivers a counter-check by moving another piece, creating a double threat that must be addressed by the opponent



























