Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to croon
01
σιγοτραγουδώ, τραγουδώ ένα νανούρισμα
to sing in a soft, gentle, and melodious manner, often with a sentimental or romantic tone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
croon
γ΄ ενικό πρόσωπο
croons
ενεστώτα μετοχή
crooning
απλός αόριστος
crooned
παθητική μετοχή
crooned
Παραδείγματα
He crooned a lullaby to his baby before putting her to sleep.
Τραγούδησε ένα νανούρισμα στο μωρό του πριν το κοιμίσει.
Λεξικό Δέντρο
crooner
crooning
croon



























