Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crocodile
01
κροκόδειλος
a large reptile with very big jaws, sharp teeth, short legs, and a hard skin and long tail that lives in rivers and lakes in warmer regions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crocodiles
Παραδείγματα
I didn't know that crocodiles are excellent swimmers.
Δεν ήξερα ότι οι κροκόδειλοι είναι εξαιρετικοί κολυμβητές.



























