Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crocket
01
κροκέ, μικρό προεξέχον διάκοσμο
a small projecting ornament, often in the form of a leaf or a bud, used to decorate the edges or angles of architectural elements such as spires, pinnacles, or gables
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crockets



























