Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cricketer
01
παίκτης του κρίκετ, κρίκετερ
someone especially a professional who plays cricket
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cricketers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cricketer
cricket



























