Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crew member
01
μέλος πληρώματος, πληρώματος
a person who works as part of a team on a ship or a plane
Παραδείγματα
The airline trained its crew members to handle emergencies effectively.
Η αεροπορική εταιρεία εκπαίδευσε τα μέλη του πληρώματος της να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.



























