crew member
crew
ˈkru:
kroo
mem
mɛm
mem
ber

Ορισμός και σημασία του "crew member"στα αγγλικά

01

μέλος πληρώματος, πληρώματος

a person who works as part of a team on a ship or a plane 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crew members
Παραδείγματα
The crew members ensured all passengers were safely seated. 

Τα μέλη του πληρώματος διασφάλισαν ότι όλοι οι επιβάτες ήταν ασφαλώς καθισμένοι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store