Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crepe
01
κρέπα
a light and soft fabric with wrinkles and folds in its surface that is made of synthetic or natural fibers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crepes
02
κρέπα
a very thin pancake, originally made in Brittany, France
03
κρέπα
paper with a crinkled texture; usually colored and used for decorations
to crepe
01
κρέπω
an African shrike
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crepe
γ΄ ενικό πρόσωπο
crepes
ενεστώτα μετοχή
creping
απλός αόριστος
creped
παθητική μετοχή
creped
02
καλύπτω ή ντραπερώ με κρέπα
cover or drape with crape



























