creed
Pronunciation
/ˈkɹid/

Ορισμός και σημασία του "creed"στα αγγλικά

01

πίστη, αρχή

a set of fundamental beliefs or guiding principles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
creeds
Παραδείγματα
Many joined the movement, drawn to its compelling creed of equality and justice.
Πολλοί προσχώρησαν στο κίνημα, προσελκυόμενοι από το πειστικό πιστεύω της ισότητας και της δικαιοσύνης.
02

πίστη, ομολογία πίστεως

a formal statement of religious or ethical belief, often used as a statement of faith or principles that guide an individual or community
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store