creaking
crea
ˈkri
κρι
king
kɪng
κινγκ
/kɹˈiːkɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "creaking"στα αγγλικά

01

τρίζων, κροταλιστικός

making a high-pitched noise when being moved, often due to friction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most creaking
συγκριτικός βαθμός
more creaking
διαβαθμίσιμο
01

τρίξιμο, τσούξιμο

a squeaking sound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
creakings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store