crazed
crazed
kreɪzd
kreizd
craved

Ορισμός και σημασία του "crazed"στα αγγλικά

01

τρελός, παράφρονας

driven insane 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most crazed
συγκριτικός βαθμός
more crazed
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store