Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to crash-land
01
to land an aircraft in an emergency, often with damage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
ενεστώτας
crashing land
απλός αόριστος
crashed land
παθητική μετοχή
crashed land
Παραδείγματα
The pilot was forced to crash-land the plane in a field.
LanGeek



























