cranial
cra
ˈkreɪ
krei
nial
niəl
niēl

Ορισμός και σημασία του "cranial"στα αγγλικά

01

κρανιακός, κρανίου

relating to the skull or the part of the body enclosing the brain 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Cranial nerves control sensory and motor functions of the head and neck. 

Τα κρανιακά νεύρα ελέγχουν τις αισθητηριακές και κινητικές λειτουργίες του κεφαλιού και του λαιμού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store