Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cranial
01
κρανιακός, κρανίου
relating to the skull or the part of the body enclosing the brain
Παραδείγματα
Cranial pressure can increase due to conditions such as head trauma or intracranial bleeding.
Η κρανιακή πίεση μπορεί να αυξηθεί λόγω καταστάσεων όπως τραύμα στο κεφάλι ή ενδοκρανιακή αιμορραγία.



























