Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cramped
01
στενός, πνιγηρός
(of a room, house, etc.) lacking enough space
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cramped
συγκριτικός βαθμός
more cramped
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The room was so cramped that we could barely move around.
Το δωμάτιο ήταν τόσο στενό που μετά βίας μπορούσαμε να κινηθούμε.
Λεξικό Δέντρο
cramped
cramp



























