Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cramped
01
στενός, πνιγηρός
(of a room, house, etc.) lacking enough space
Παραδείγματα
He did n't like the cramped conditions of the hostel room.
Δεν του άρεσαν οι στενές συνθήκες του δωματίου του ξενώνα.
Λεξικό Δέντρο
cramped
cramp



























